15/9/12

Χαιρετώ σας όλους.

Αγαπημένοι φίλοι, αγαπημένοι γνωστοί-άγνωστοι.
Κρίμα να μένουμε στην αφάνεια και να εξαφανιζόμαστε για καιρό. Έχω καιρό να γράψω, γιατί εκτός του ότι δεν προλαβαίνω να πάρω ανάσα με τα ατέρμονα μαθήματα -τρίτη λυκείου και πανελλήνια φέτος- έχω αλλάξει και blog. Θα με βρείτε στο http://christinakal.wordpress.com , που ακόμη και εκεί δεν γράφω πάρα πολύ συχνά. Θα την κρατήσω και αυτή τη σελίδα αλλά δεν ξέρω πότε θα μπαίνω. Σας διαβάζω παρόλα αυτά ανελλιπώς όταν βρίσκω χρόνο. 
Ευχαριστώ για τις υπέροχες σκέψεις που απλόχερα μου χαρίζετε!
Να'στε όλοι καλά!
Καλό φθινόπωρο -και εδώ είμαστε, θα τα λέμε! 
υ.γ. ναι, έχω και φωτογραφία μου στο άνωθεν blog. θα λυθεί κάθε υπόνοια μυστηρίου.. πάει η μαγεία του απρόσωπου.. 

29/8/12

Λάθος εποχή - Μαρία Δασκαλάκη

Τα καλοκαίρια σ’ ερωτεύομαι ξανά
Κυλώ πάνω σου σα μια στάλα αρμύρας όταν βγαίνεις απ’ τη θάλασσα
Σβήνω απ’ την άμμο όλα τα χνάρια,
να ξεχάσουμε από πού ήρθαμε
Βλέπω μαζί σου το φεγγάρι
Τρέμει μαζί μας η νύχτα
Η θάλασσα κάτω απ’ την πανσέληνο του Αυγούστου
Ο κόλπος του Μεραμπέλου την αγκαλιάζει
Χάνεσαι μέσα μου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο
Μου αφήνεις τόσα σημάδια με το άγγιγμά σου
κι άλλα τόσα χωρίς καν να μ’ ακουμπήσεις
Η βραδινή αύρα ανατριχιάζει τις ψυχές μας
Το πιο γλυκό όνειρο μιας καλοκαιρινής νύχτας

Τους χειμώνες σ’ αγαπώ ξανά
Σε ψάχνω στην άκρη κάθε ουράνιου τόξου,
σαν να ήσουν θησαυρός
Αιθάλη στο μυαλό μου ο καπνός της απουσίας
κι η βροχή έσβησε πια τα χνάρια σου
Δεν ξέρω πού πηγαίνεις…
Σε ψάχνω στα σημάδια μου,
μα δε σε βρίσκω πια
Σπαράζω κάθε απομεσήμερο
κι από τη σιγουριά τρέχω για να ξεφύγω
Με τυλίγουν οι αμφιβολίες,
όπως δε με τυλίγεις πια εσύ
Έρωτες που κυλούν όπως οι στάλες της βροχής στα νοτισμένα μου τζάμια
Έρωτες που χάνονται όπως οι στάλες της βροχής στις λίμνες των δρόμων

Κι αν κάθε μέρα επιμένω να πληγώνω τη μνήμη μου χαράζοντας κάτι
…τι να πω…
ίσως είναι που ποτέ δεν μπόρεσα να συνηθίσω αυτή την εναλλαγή των εποχών
ίσως είναι που ποτέ δεν καταφέραμε να κυλήσουμε μαζί…

26/8/12

Τα μαργαριτάρια της κυρίας είναι ψεύτικα.
Ολόκληρη η κυρία είναι ψεύτικη.
Ολόκληρη η κυρία είναι φτιαγμένη από ψέμματα.
Τα χείλη μου...μήπως δεν είναι αρκετά κόκκινα τα χείλη μου;
Τα χείλη μιας κυρίας πρέπει να είναι κατακόκκινα. Φωτιά.
Τα ψέμματα μιας κυρίας πρέπει να είναι κατακόκκινα.
Τώρα; Είναι καλύτερα τώρα, δεν είναι;
Έλα, έλα να σου πω τι θα κάνουμε.
Θα παίξουμε ένα ζευγάρι. Ένα οποιοδήποτε ζευγάρι.
Εγώ θα είμαι η γυναίκα και εσύ ο άντρας. 
Και θα μ' αγαπάς και θα σ' αγαπώ.
Θα σε θέλω πολύ.

~Η Σαμάνθα και ο Μαξ στο βυθό της ασφάλτου


25/8/12

Ερωτικό - Μ. Χατζιδάκις

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Eίτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου

Το προσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

αχ αυτός ο Σολωμός..

Από τους πιο γλυκούς στίχους που έχουν γραφεί ποτέ για γυναίκα.. 

Μικρός προφήτης έριξε σε Κορασιά τα μάτια,
και στους κρυφούς του λογισμούς, χαρά γιομάτους, είπε:
"Κι αν για τα πόδια σου, Καλή, κι αν για την κεφαλή σου,
κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάν' ο ήλιος
δώρο δεν έχουνε για Σε, και για το μέσα πλούτος.
Όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος !"
~ Δ.Σολωμός, Εις Φραγκισκα Φραίζερ


23/8/12

Κλείτος Κύρου - Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα 'ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου
Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής(1949)

19/8/12

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα - Κ.Καρυωτάκης - Σ.Γιαννάτου

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό. Κάποια χρυσή,λεπτότατη στους δρόμους ευωδιά. Και στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη. Στα χέρια το παλτό, στ'ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη. Ηλεκτρισμένη από φιλήματα θα'λεγες την ατμόσφαιρα. Η σκέψις,τα ποιήματα, βάρος περιττό. Έχω κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό. Για ποιαν ανέλπιστη χαρά, για ποιες αγάπες, για ποιο ταξίδι ονειρευτό..
~Κ.Καρυωτάκης

18/8/12

Και το για πάντα χάθηκε στη ματαιότητα...για πάντα.

          Την ημέρα μες τη σκέψη της και τη νύχτα στο όνειρό της. Ποτέ της δεν τον ξέχασε. 
Εκείνος την παρακαλεί, της φωνάζει να έρθει κοντά του και η φωνή του αντηχεί στο κενό της απουσίας της. Δεν τον ακούει. Δεν θέλει πια να ανασαίνουν τον ίδιο αέρα. Κουράστηκε να ελπίζει και να εμμένει στο ελάχιστο που της προσφέρει μονάχα όποτε θέλει αυτός.
'Θα φύγω' του είχε πει κάποτε. Εκείνος όμως γέλασε. Δεν την πίστεψε. 'Για πάντα μαζί' του είχε υποσχεθεί άλλοτε εκείνη και θυμόταν αυτή τη μακρινή υπόσχεση. Δεν μπορούσε να φύγει, όχι. Δεν πρόκειται να τον άφηνε. Πάντα ξαναγυρνούσε αργά ή γρήγορα. Πριν καν προλάβει να την αναζητήσει.
          Και αυτή τη φορά θα γυρνούσε. Φυσικά και θα γυρνούσε. Δεν χωράει αμφιβολία. Όμως, πού είναι; Γιατί αργεί; Γιατί οι φωνές του δεν παίρνουν απάντηση; Όχι όχι, θα γυρίσει. Πάντα γυρίζει.. 
          Πόσος καιρός έχει περάσει; Μήνες; Χρόνια; Εκείνη είναι ακόμη μακριά. Αργοπεθαίνει μακριά του γιατί ανασαίνει έναν αέρα δηλητηριασμένο μα αρνείται πεισματικά να γυρίσει στο αντίδοτό της.
'Έτσι είναι οι αγάπες, θα είναι για πάντα νομίζουμε.. Σ'αγαπώ, μα κάποιες αγάπες δεν είναι γραφτό να ζούνε μαζί...Να το θυμάσαι, όμως, εγώ θα σ'αγαπώ για πάντα και ας μην με πίστεψες ποτέ όταν στο έλεγα.. και ας μην κατάλαβες ποτέ τι εννοούσα. 
          Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια στο γράμμα που του έστειλε. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που έμαθε νέα της... 
          Και μετάνιωσε, πόσο μετάνιωσε και πόσο μετάνιωνε από τότε και έπειτα. Μετάνιωνε που δεν μπόρεσε ποτέ του να καταλάβει... μέχρι που ήταν πολύ αργά... Και το για πάντα χάθηκε στη ματαιότητα...για πάντα.

15/8/12

Νύχτες λευκές, νύχτες ζοφερές..

          Τη νύχτα που ησυχάζει η πλάση, τη νύχτα που τα πάντα ηρεμούν, που σβήνουν τα φώτα, τότε είναι που ξυπνούν τα πιο μεγάλα όνειρα. Τότε, υπό το φως των αστεριών ξεπηδούν από τις ψυχές των ανθρώπων οι μεγαλύτεροι πόθοι. Τότε, μες την ησυχία της νυχτιάς, αντηχούν στους ουρανούς οι φωνές των ανθρώπων που παρακαλούν, που ουρλιάζουν από τον πόνο της στέρησης αυτού που τόσο επιθυμούν και που δεν μπορούν πια να κρύβουν τον αστέρευτο πόθο τους. Ζόφος στις καρδιές τους, μα παλεύουν σε μια χαμένη μάχη και ελπίζουν. Ελπίζουν πως κάποια μέρα θα βρουν τη χαμένη τους ευτυχία. Θα μάθουν να χαμογελούν. Θα απαλλαγούν από τον πόνο που έχει φωλιάσει στις καρδιές τους.
          Μα εν τέλει πρέπει; Ίσως δεν μπορούμε να αγαπούμε δίχως πόνο. Δεν ξέρουμε πώς αλλιώς, δεν γνωρίζουμε άλλη αγάπη. Ζητάμε απεγνωσμένα τον πόνο για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε. Ανεπίγνωστα άραγε; Σίγουρα δίχως να δεχόμαστε ονειδισμούς. Δεν τους αντέχουμε. Συθέμελα υποφέρουμε και όμως υπομένουμε τον πόνο αυτό. Αρεσκόμαστε να παραδινόμαστε στα όνειρα σε σημείο έξης. Σαν να επιζητούμε ναρκωτικό, επιμένουμε να επιζητούμε και το αδύνατο και να ανασάνουμε μια ανάσα από το όνειρο που ξέρουμε πως ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί. 
          Σημαδεύουμε παραδείσους στον κόσμο μα αγνοούμε πως όσο και αν τους κηρύττουμε, όσο και αν δίνουμε όλο μας το είναι στην αναζήτησή τους, εν τέλει κανείς δεν μας εγγυάται την ύπαρξή τους. Μα εμείς ακάθεκτοι συνεχίζουμε τη μάταιη αναζήτησή μας. Ελπίζουμε και γινόμαστε δέσμιοι αυτής της μάταιης ελπίδας. Ελπίζουμε και τα όνειρά μας αντί να μας απελευθερώνουν, γίνονται βαριές, σιδερένιες αλυσίδες που σφίγγουν μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ. 
          Τόσες ελπίδες, τόσα όνειρα, τόσες επιθυμίες. Μονάχα τη νύχτα που οι σκέψεις βίαια εισβάλουν από παντού μπορούμε να αγγίξουμε τη συνειδητοποιήση. Ανεπαίσθητο όμως το άγγιγμά μας. Γιατί δεν βλέπουμε; Γιατί εμμένουμε στο ψέμα; Στο ίδιο αυτό ψέμα που έχει ριζώσει βαθιά μες τις ψυχές μας και σαν δίχτυ μας έχει εγκλωβίσει μέσα του. Όμως γιατί δεν βλέπουμε πως κοντεύει να μας πνίξει; Η νύχτα φταίει άραγε που νομίζουμε πως μας προστατεύει, ενώ αυτό μας σκοτώνει αργά και καρτερικά; Τι αφελείς που είμαστε και τι δειλοί. 
          Ξέρω πια τι φταίει. Ξέρω ποια αλήθεια κρύβεται στις ψυχές των ανθρώπων. Ο φόβος. Αχ πόσο φοβάται ο άνθρωπος να απαγκιστρωθεί από αυτό το δίχτυ. Πόσο φοβάται να εγκαταλείψει τις σταθερές του. Πόσο φοβάται να απαρνηθεί τη συνήθεια και περισσότερο πόσο φοβάται να αποδεχτεί πως αυτή η συνήθεια τον σκοτώνει. Αυτή είναι η αλήθεια. Ποιος όμως δεν γεμίζει θλίψη όταν βλέπει την άγνοια μπρος την αλήθεια αυτή; Είναι σκληρό να είσαι ένας με ανοιχτά τα μάτια στο σκοτάδι ανάμεσα σε τόσους που πεισματικά τα κρατούν ερμητικά κλειστά.. Οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν και δεν πρόκειται να καταλάβουν. 
          Φόβος, φόβος όμως παντού. Φόβος μέσα σε τόσους να αντικρίσουν την αλήθεια, μα φόβος και σε εσένα που την έχεις δει και ξέρεις πως στη ζωή πια θα πορεύεσαι μόνος... 
Γιατί η αθωότητα και η άγνοιά σου έχει πια ανεπιστρεπτί χαθεί... 
Σώπασε. Δεν μένει πια κάτι άλλο να ειπωθεί... 
Πες μονάχα δυνατά 'σ'αγαπώ μοναξιά' γιατί πρέπει πια να συνηθίσεις την αέναη παρουσία της δίπλα σου... πες το, και ας είναι ψέμα... 

11/8/12

Η επιστροφή της άσωτης κόρης...

Και πάλιν ερχόμενη... καλημερίζω τους άπαντες! Πώς μου είστε; Ελπίζω να περνάτε υπέροχα!
Επέστρεψα δριμύτερη από μια μαγική εβδομάδα στο Ηράκλειο της Κρήτης -που μου λείπει αφάνταστα και θέλω να ξαναπάω όσο το δυνατόν συντομότερα, μην πω να πάω να μετοικήσω κιόλας- πέρασα από Θεσσαλονίκη, πήγα στο εξοχικό μου κοντά στον Όλυμπο -από όπου σας γράφω τώρα υπό το φως του φεγγαριού και την ψύχρα του βοριά αλλά και της βροχής που μας βασανίζει εδώ και δύο μέρες, στερώντας μου τα μπάνια- πετάχτηκα αυθημερόν στο χωριό της μαμάς μου και επέστρεψα ξανά σήμερα στο βροχερό εξοχικό... 

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν λοιδορώ μετά βδελυγμίας όχι μόνο το αισχρό κάρμα μου -δεν έκανε τίποτα το βραχιολάκι που μου έπλεξε στην παραλία ένας Τζαμαϊκανός- αλλά και την ώρα και τη στιγμή που μπήκα στο αεροπλάνο που με πήρε μακριά από το στολίδι του Μινωικού πολιτισμού που λέγεται Κρήτη. Η επενέργειές της βέβαια είναι ακόμη εμφανέστατες σε σημείο να μην το πιστεύω... Με το που έφτασα Θεσσαλονίκη και είπα να κάνω βόλτα στην Αριστοτέλους φτάνοντας μέχρι τα Λαδάδικα, τσουπ! Μπροστά μου κρητικό ταβερνείο εν ονόματι 'Αθιβολή'*. 
(*σε αυτό το σημείο πρέπει να πω πως η λέξη 'αθιβολή' είναι της κρητικής διαλέκτου και σημαίνει σκέψη, συλλογισμός συνήθως για κάποιο πρόσωπο που έχει φύγει..)
Πώς να ξεφύγει επομένως και η δική μου αθιβολή από το νησί; Πάει, τελείωσε. Εάν ποτέ παντρευτώ -που προς το παρόν το απεύχομαι- Κρητικό θα πάω. Παύω όμως τις φιλοφρονήσεις προς τους μαυροφορεμένους λεβέντες γιατί καταντώ εμμονική. (σημείωση, έναν παππούλη με μαύρη παραδοσιακή φορεσιά δεν είδα και στενοχωρήθηκα, αλλά όπως με πληροφόρησε ένας φίλος Ηρακλειώτης -ονόματα δεν λέμε, πρόσωπα δεν θίγουμε- το Ηράκλειο, όπως διαπίστωσα καθ' όλη την παραμονή μου εκεί, είναι κάτι σαν μικρή Αθήνα. Ούτε χωριό, ούτε πόλη, κάτι ενδιάμεσο μα σε καμία περίπτωση όσο γραφικό είναι το Ρέθυμνο ή τα Χανιά, στα οποία δεν πρόλαβα να πάω, μα από του χρόνου με το καλό θα τα γυρίσω και τα δύο..

Τι άλλο να σας πω για τις διακοπές μου; Προς το παρόν καθετί άξιο να αναφερθεί αφορά την Κρήτη, μα φοβάμαι πως θα γίνω κουραστική πλέκοντας αενάως το εγκώμιό της, γι'αυτό θα είμαι όσο πιο σύντομη και περιεκτική μπορώ. 

Πήγα στους τάφους του Νίκου και της Ελένης Καζαντζάκη. Δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να μην πάω. Από τη δεύτερη κιόλας μέρα στο νησί, με πήγε ο προαναφερθείς φίλος και μου έδειξε τα κατατόπια και τις ατραξιόν του Ηρακλείου. Τις επόμενες μέρες φυσικά, πριν βγω τη βόλτα μου και μιας και ο Τάφος βρισκόταν ανάμεσα στο σπίτι που έμενα και στο κέντρο οπότε για να πας μέχρι τα Λιοντάρια και γενικά στις πλατείες περνούσες από εκεί, δεν έχασα την ευκαιρία να δω πώς είναι το Ηράκλειο από εκεί ψηλά και το απόγευμα αλλά και το βράδυ -το βράδυ είναι άκρως ρομαντικά την ώρα του ηλιοβασιλέματος... - αλλά και να αφήσω λίγα λουλούδια και ένα κομμάτι χαρτί με μερικές λέξεις στους δύο τάφους. Μαγεία, απλή μαγεία... 
Τώρα καταλαβαίνω έναν άλλο φίλο που προσπαθούσε να μου περιγράψει το συναίσθημα που θα μου γεννούσε αυτό το μέρος. Έπρεπε να το νιώσω εγώ η ίδια για να καταλάβω...
Όπως έπρεπε να χαθώ και να περιπλανηθώ μέσα στα σοκάκια της πόλης για να νιώσω όπως ένιωθαν οι πάλαι ποτέ ντόπιοι κρητικοί κάποια εποχή του μακρινού παρελθόντος... 

Εν τέλει βέβαια, βρέθηκα ανάμεσα στα τόσα μέρη και στον Κούλε! Τι είναι όμως αυτός ο Κούλες θα ρωτήσετε.. Ερχόμενος με πλοίο θα αντικρίσεις με το που μπαίνεις στο λιμάνι ένα πέτρινο κάστρο χτισμένο παρά θιν' αλός. Γενικά ολόκληρη η πόλη είναι περιτοιχισμένη από βενετσιάνικα τείχη που κρατούσαν τον εχθρό έξω και προστάτευαν την πόλη. Προς το λιμάνι λοιπόν υπήρχε και ένα κάστρο, το οποίο όπως με πληροφόρησαν, με πολλές όμως επιφυλάξεις, κάποτε ήταν και ανοιχτό και μπορούσες να μπεις. Εγώ βέβαια όταν πήγα ήταν αρκετά αργά, οπότε και να ήθελα ή και να ήταν ανοιχτό στον κόσμο, το λιγότερο τρελή θα με νομίζανε εάν έψαχνα πως να μπω στις 3 το πρωί... 

Δεν πειράζει όμως, έχω αφήσει πάμπολλες εκκρεμότητες στη νησί για του χρόνου. Να πιω καφέ με έναν γλυκύτατο παπά και τυπικό Κρητικό, που προσφέρθηκε να με κατατοπίσει για να γνωρίσω το νησί και να μου προτείνει πού να πάω για βόλτα, να πάω ένα μπουκέτο λουλούδια σε μια υπέροχη γιαγιούλα -που ελπίζω να θυμάμαι πού μένει του χρόνου- και που από ότι κατάλαβα μένει μόνη της γιατί ο άντρας της δεν ζει πια και να επισκεφτώ ίσως ένα από τα πιο υπέροχα μαγαζιά του Ηρακλείου, ένα Βιβλιοπωλείο που λέγεται 'Ποίηση' και ο ιδιοκτήτης του πουλάει μονάχα βιβλία ποίησης. Το προτείνω ανεπιφύλακτα και εάν πάτε, στείλτε τους χαιρετισμούς μου στον κύριο Νίκο από τη Χριστίνα που πήρε το Μονόγραμμα, της αρέσει ο Καρυωτάκης, ο Λειβαδίτης αλλά και ο Σκαρίμπας... Δεν ξέρω βέβαια αν θα με θυμάται ο άνθρωπος αλλά τέλος πάντων. Όπως και να έχει βρίσκεται δίπλα από το Αρχαιολογικό Μουσείο στο δρόμο πριν στρίψετε δεξιά για την είσοδό του. Δεν μπορεί, θα το δείτε..

Και φυσικά του χρόνου πρέπει να πάω στο χωριό όπου υπάρχει το Μουσείο του Καζαντζάκη. Το ξέρατε πως είχε σπίτι στο Ηράκλειο -με πληροφόρησε ένας φίλος περί αυτού γι'αυτό δεν είμαι και 100% σίγουρη, μα εκείνος ήταν- , το οποίο το γκρέμισαν για να φτιάξουν δεν ξέρω και εγώ τι έτσι ανενδοίαστα χωρίς να λογαριάσουν πως γκρεμίζουν ταυτόχρονα και ένα κομμάτι πολιτισμού; Εκεί οι λατρεμένοι Ηρακλειώτες με στενοχώρησαν λίγο, μα τι να κάνουμε, ουδείς αλάθητος.. 

Αυτά περί Κρήτης. Είδατε; Εκτός του ότι είμαι φλύαρη και εάν δεν βάλω τελεία θα συνεχίσω να περιγράφω τις μέρες μου εσαεί, σας μπέρδεψα με τη σειρά των γεγονότων -πρέπει να κόψω να γράφω συνειρμικά- και ξέχασα να πω παραπάνω πως την ερχόμενη Δευτέρα θα πάω να ακούσω τον Ψαραντώνη στο Κάστρο του Πλαταμώνα που έρχεται στα πλαίσια του Φεστιβάλ Ολύμπου. Θα σας κρατώ ενήμερους και θα σας πω εντυπώσεις την επόμενη εβδομάδα!

Ευχηθείτε μου επιτέλους να σταματήσει να βρέχει γιατί με έχει εκνευρίσει απίστευτα ο Δίας που με κάνει να χάνω τα μπάνια μου και εγώ θα σας ευχηθώ να περνάτε υπέροχα, να γίνετε σοκολατί και να νιώσετε όσο πιο ελεύθεροι μπορείτε μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι -είμαι έτοιμη να πω καλό χειμώνα γιατί αυτί τη στιγμή είμαι στο κρεβάτι μου σκεπασμένη, μα όχι, δεν θα μιζεριάσουμε από τώρα! 

Μια υπέροχη καληνυχτοκαλημέρα σε όλους!
Ακούστε και αυτό το καταπληκτικό ποίημα του Ελύτη που το μελοποιήσανε δύο αδέρφια -νομίζω- που θα τραγουδήσουν και στο Κηποθέατρο του Ηρακλείου... αχ να μην είμαι εκεί να πάω... Αρχικά τη μελοποίηση του Μονογράμματος άκουσα και τους λάτρεψα, μα δεν μπορώ για κάποιο λόγο να το ανεβάσω... Παρόλα αυτά η Πάτμος δεν υστερεί σε τίποτα μπρος το Μονόγραμμα!  Υ.γ. Εν κρυπτώ και παραβύστω έχω αφήσει και εγώ το στίγμα μου κάπου στο Ηράκλειο, μα ίσως πιο πολύ το ίδιο σε εμένα, μαζί με μια ευχή για νίκη έναντι της λησμονιάς, μια παράκληση σε μια γυναίκα που μονάχα αυτή θα καταλάβαινε, ένα ενώτιον, έναν πόθο, ένα όνειρο απατηλό που πνέει τα λοίσθια και κοντεύει να χαθεί και μια σφραγισμένη εξομολόγηση μιας αθώας μα περασμένης εποχής...  Κοινώς, εάν έμενα λίγο περισσότερο δεν ξέρω πόσο μεγάλη θα ήταν η λίστα μου!  Πάει, το βλέπω να μετακομίζω μόνιμα και να δηλώνω και πρώτη επιλογή το Ρέθυμνο -εντάξει, δεν ξέρω εάν είμαι έτοιμη να αποχωριστώ την Αθήνα, ξαναμιλάμε σε 8 μήνες.  Να περνάτε μαγικά! Εις το επανιδείν!  Α! Ιδού και οι Τάφοι!

31/7/12

The youngest, the foolest...

Εντάξει, σιγά που θα κρατιόμουν να μην γράψω μέχρι να φύγω. Αλλά υπόσχομαι, είναι η τελευταία ανάρτηση πριν τις διακοπές μου. Εξάλλου σε μερικές ώρες θα είμαι πολύ μακριά από την όμορφη Αθήνα..


Έχετε κάτσει να σκεφτείτε ποτέ πόσο αθώα ήταν όλα όταν ήμασταν μικρά παιδιά; Όταν το μόνο που μας ενδιέφερε ήταν πώς θα γελάσουμε, με ποια κούκλα ή με ποιο αυτοκινητάκι θα παίξουμε; Όταν ο δικός μας μικρός κόσμος ήταν υπέροχος και ξέγνοιαστος; Θυμάστε άραγε αυτή τη στιγμή που όλα άλλαξαν; Εγώ δεν μπορώ. Βλέπω μόνο τις επενέργειές της. Θυμάμαι το παρελθόν και βλέπω το παρόν και καταλαβαίνω πως τίποτα δεν είναι όπως πρώτα. Και ούτε μπορεί να γίνει ξανά. Ίσως έχω ξεχάσει τον τρόπο. Και δεν υπάρχει κάποιος να μου τον θυμίσει. Θλιβερή η συνειδητοποίηση μα έτσι έχουν τα πράγματα. 
Ξέρετε, με ρώτησαν εάν θα άλλαζα το παρελθόν μου ως αντάλλαγμα για την αθωότητα. Ξέρετε πόσο ήθελα να πω ναι; Ξέρετε πόσο μου λείπει αυτή η ευτυχία; Γιατί τότε ήμουν ευτυχισμένη. Δεν ξέρω πως, ίσως πια δεν μπορώ να καταλάβω τον τρόπο. Ίσως έφταιγε πως τότε δεν την έψαχνα, δεν την κυνηγούσα. Την άφηνα να με βρει εκείνη. Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα. Τόσο που και εγώ η ίδια δεν το πιστεύω. 
Όχι όμως. Στην ερώτηση θα απαντούσα όχι. Δεν θα άλλαζα στιγμή από το παρελθόν, γιατί έτσι θα άλλαζε και το παρόν μου. Έστω και ένα δευτερόλεπτο να ήταν διαφορετικό, μια συνάντηση, μια λέξη, όλα θα ήταν διαφορετικά τώρα. Ίσως να ήμουν λιγάκι πιο χαρούμενη, λιγάκι πιο αθώα... Μα θα ζούσα στο ψέμα και η συνειδητοποίηση -που πάντα αναπόδραστα έρχεται αργά ή γρήγορα- θα ήταν δυσκολότερη. 
Γι'αυτό, για να μην μισήσω κάποια γεγονότα στη ζωή μου, μου μένει απλά να πω ευχαριστώ. Ευχαριστώ που τα έζησα, γιατί εάν φτάσω σε σημείο να νιώσω μίσος, τότε θα έχει χαθεί κάθε ίχνος της παλιάς αθωότητας...και αυτό δεν θα το αφήσω να συμβεί...
Η αγάπη φίλοι μου, η αγάπη πρέπει να γεμίζει τις καρδιές μας. Τουλάχιστον αυτό το πίστευα και τότε, το πιστεύω και τώρα.
Μην φτάσετε σε σημείο να πείτε 'σε μισώ'. Θα γίνετε χειρότεροι από το άτομο που θα μισήσετε, και δεν του αξίζει, ούτε και σε εσάς... Μην μετανιώνετε, δεν μπορεί όλα να είναι τυχαία... Κάποιος λόγος θα υπάρχει, και για τον πόνο και για όλα... Ελπίζω τουλάχιστον.
Όμως αν χάσουμε και την αγάπη τότε δεν μας αξίζει ίχνος ευτυχίας...
Και όμως, γιατί νιώθω τόσο απέραντα τυφλή;
Κάτι δεν μπορώ να δω, και νιώθω πως είναι πολύ σημαντικό για να το αγνοώ...


Καλό καλοκαίρι προς το παρόν.
Εις το επανιδείν!
Να περάσετε υπέροχα, και υπό το φως της πανσελήνου την Πέμπτη, κάντε μια ευχή για όλα τα όνειρά σας. Μην τα αφήνετε γιατί θα σας αφήσουν μια μέρα και αυτά...
Σας φιλώ γλυκά.


30/7/12

...

Όποιος έχει αγαπήσει, ξέρει τι θα πει πόνος. Μα όποιος δεν έχει πονέσει, δεν ξέρει τι θα πει αγάπη...
Είναι αυτό το αίσθημα που σε γεμίζει και μέσα σε δευτερόλεπτα μπορεί να σε πνίξει. Είναι αυτή η τρέλα που σε κάνει να μην βλέπεις μπροστά σου. Να χάνεσαι στο όνειρο, στη φαντασία, και να μην σε νοιάζει τίποτα και κανένας, πέρα από το πρόσωπο που αγαπάς. Αναπνέεις, ζεις γι'αυτό. Πλάθεις με το μυαλό σου τόσα σενάρια για εσάς τους δύο χωρίς να σκέφτεσαι το τέλος. Αυτό το αδυσώπητο τέλος, που όμως αργά ή γρήγορα έρχεται. Ζεις και ελπίζεις στο για πάντα, γιατί ξέρεις πως μακριά του απλά δεν μπορείς να ζήσεις...
Μα, μια νύχτα σαν και αυτή δεν μπορώ να μην θυμηθώ... Μόνη μέσα στην ερημιά του κόσμου, να με λούζει το φεγγάρι... δεν μπορώ να μην δακρύσω... Η μορφή σου έρχεται στο μυαλό μου και ξέρω πως μονάχα έτσι μπορώ να σε έχω πια. Μπορεί να φεύγεις μα θα δεις, χωρίς εμένα οι μέρες θα είναι άδειες και ατελείωτες. Και το βράδυ, το βράδυ που θα είσαι μόνος με τις σκέψεις σου, θα καταλάβεις πως χωρίς εμένα θα νιώθεις πάντα μόνος. Θα θυμηθείς τη γεύση των φιλιών μου και θα νιώσεις σε μια στιγμή τι θα πει αγάπη, και πόνος να είσαι μακριά από αυτόν που αγαπάς.. Σε αυτό το παιχνίδι αγάπη μου και οι δύο βγήκαμε χαμένοι. Σταμάτησες να προσπαθείς όταν ένιωσες πως αγγίζω την καρδιά σου. Τις ευτυχισμένες μας μέρες θα αναπολείς, μα θα ξέρεις πως δεν πρόκειται να τις ξανανιώσεις.
Και θα καταλάβεις σε μια στιγμή πόσα είχαμε και με πόσα έχουμε απομείνει...Μόνοι και οι δύο, μες την ερημιά του κόσμου...
Και αυτό θα είναι το αντίο, σε αποχαιρετώ με ένα χαμόγελο. Κρίμα που δεν κατάλαβες ποτέ. Θα νιώθω πάντα την ανάσα σου στον κόρφο μου και το φιλί σου στο λαιμό μου. Στις χαμένες ψυχές, στις χαμένες καρδιές, ένα αντίο.. Νικηθήκαμε, από τη ζωή και από τα όνειρα; Νικηθήκαμε, γιατί δεν μπορούμε αν αγαπήσουμε πια...
Και το καταλάβαμε πολύ αργά...

26/7/12

Η στιγμή που όλοι περιμένατε και εγώ μαζί!

Γλυκιές μου υπάρξεις, 
ήρθε η ώρα να σας αποχωριστώ σιγά σιγά... Αύριο τελειώνω με τα καλοκαιρινά μαθήματα και επιτέλους θα πάω διακοπές. Για ένα μήνα λοιπόν παρά κάτι θα απέχω του διαδικτύου -έτσι, γιατί λίγη αποτοξίνωση ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Σας εύχομαι να έχετε ένα υπέροχο καλοκαίρι, να απολαύσετε τις στιγμές ελευθερίας σας, όσο μικρές και αν μπορεί να είναι-πόσω μάλλον εσείς που δίνετε μαζί μου πανελλαδικές το μάιο, γιατί πραγματικά θα χρειαστούμε κάθε σταγόνα ελευθερίας- και να περάσετε υπέροχα! Ό,τι και αν σημαίνει για τον καθένα αυτό. Προσεγγίστε όσο πιο πολύ μπορείτε το τέλειο!  
Επιπλέον, να ξέρετε πως στις 2 Αυγούστου έχουμε πανσέληνο -αν δεν κάνω λάθος- οπότε θα ήταν μια υπέροχη ευκαιρία να εξορμήσετε σε κάποιο παραθαλάσσιο θέρετρο -ή και σκέτη παραλία- και να την απολαύσετε το βραδάκι της Πέμπτης. Εγώ θα βρίσκομαι κάπου στο Ηράκλειο της Κρήτης και υπό τον έναστρο ουρανό θα προσπαθήσω να απολαύσω όσο το δυνατόν περισσότερο το αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Να ονειρεύεστε και να ελπίζετε στις καλοκαιρινές εκπλήξεις. Τα όνειρα είναι ό,τι μας έχει απομείνει -καλώς ή κακώς... 
Δεν ξέρω τι άλλο πρέπει να πω ή τι να ευχηθώ. Μονάχα αγάπη. Κάντε τις καρδιές σας να γεμίσουν από δαύτη, γιατί χωρίς αυτή ζήτω που καήκαμε. Και όσοι λατρεμένοι λένε πως δεν υπάρχει -ώρες ώρες και εγώ- ένα έχω να πω. Υπάρχει, απλά ίσως να μην κοιτάμε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ή να μην έχει έρθει η κατάλληλη στιγμή για να τη βιώσουμε...
Υπομονή! Όλα καλά μικρά μου ξωτικά... Διώξτε απλά την όποια καλοκαιρινή μελαγχολία -γιατί ξέρω πως ίσως ώρες ώρες να νιώθετε ένα σφίξιμο στο στήθος, όχι μονάχα από τη ζέστη...
Εις το επανιδείν! 
Ελπίζω να έχω κάτι αξιόλογο να σας πω με το που γυρίσω! Θα βγάλω πολλές φωτογραφίες πάντως -αυτό είναι σίγουρο! 
Περιμένω και τα δικά σας νέα!
Σας φιλώ στη μουσούδα!
Χριστίνα♥


Με αγάπη ένα υπέροχο καλοκαιρινό και συνάμα λιγάκι μελαγχολικό τραγουδάκι...

Εκείνες τις μέρες - Μανώλης Αναγνωστάκης


… Κατά το σούρπο, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν σε μια γωνιά του πάρκου. Ήτανε μια αποτραβηγμένη γωνιά στα πιο απόμερα δρομάκια, ανάμεσα σε δέντρα πυκνά, πλάι σ’ ένα περίπτερο ερειπωμένο. Δεν ξέρω τι μπορούσε να θυμίζει ένα ερειπωμένο περίπτερο με τα γύρω πυκνά δέντρα, εμείς το λέγαμε «στους τροπικούς» και κει πηγαίναμε τα σούρπα και πλαγιάζαμε πάνω στο ζεστό χορτάρι.
Πλήθος πολύ τριγυρνούσε άσκοπα κείνες τις ώρες, τα μικρά τρέχανε, παίζανε ή κλαίγανε γοερά χωρίς λόγο στη μέση του δρόμου, οι μανάδες μασουλούσανε σπόρια και φλυαρούσανε για την ακρίβεια της ζωής και για τα παιδιά τους που μπερμπαντέψανε τώρα με τον πόλεμο, και γυρνούσανε όλη μέρα στα σοκάκια. Τα κορίτσια σκύβανε και κόβανε τρυφερά λουλούδια, τα μυρίζανε και τα καρφιτσώνανε στο στήθος τους, ύστερα τα βαριούνταν και τα πετούσανε αδιάφορα, όπου τύχει, δίπλα σε παλιόχαρτα και σε σάπια αυγά. Αυστηρές πινακίδες, λείψανα μιας παλιάς εποχής, αμύνονταν ακόμα ψυχρές κι επιβλητικές : «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά». «Μη βαδίζετε επί της χλόης». Απαγορεύεται το πτύειν»!
Το καλοκαίρι βάραινε εξαντλητικό, ένα καλοκαίρι ταλαιπωρημένο κι ανήσυχο. Μοιάζουν αλήθεια όλα τα καλοκαίρια, μα τούτο στο βάθος ήτανε τόσο διαφορετικό, ένα καλοκαίρι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, γιομάτο κρυφές προσδοκίες και μέρες νεκρές.
Ξαπλώναμε στο πατημένο χορτάρι, ο καθένας διηγιότανε στους άλλους πως πέρασε η μέρα, που πήγε, τι είπε, τι άκουσε, πως τραβούσε η δουλειά. Άναβε πότε-πότε μια μικρή μα ξεθύμανε γρήγορα, ένας κάπνιζε σιωπηλά κι άφηνε το μισό σε κάποιον άλλον. Τα τσιγάρα είναι τόσο ακριβά…
…Ο Σπύρος ήταν ευχαριστημένος∙ κατάφερε να βρει δουλειά σ’ ένα μικρό φροντιστήριο που άνοιξε τώρα κοντά. Πέτυχε καλές γνωριμίες, του φέρνανε κάθε τόσο και καινούργιους μαθητές, έβρισκε τον καιρό ανάμεσα σε δυο παραδόσεις να κουβεντιάζουνε και λίγο. Με μερικούς ξανοίχτηκε αρκετά, τα ’πανε μια χαρά, αύριο μπορούσαμε να μας τους έφερνε, ήτανε όλοι τους καλά παιδιά. Ο Σπύρος κορόιδευε την τέχνη, δεν μπορούσε να χωνέψει πως υπάρχουνε άνθρωποι που χάνουνε τον καιρό τους και διαβάζουνε λογοτεχνία, αυτός είχε σπουδάσει Φυσική, αγαπούσε βαθιά την επιστήμη. Όμως αυτά ήταν όλα λόγια γιατί ξέραμε πως έγραφε κι ο ίδιος και μάλιστα, το χειρότερο, πως έγραφε και ποιήματα, μα έτσι ήτανε πάντα : βαρύς και λιγόλογος, ήθελε με μια περίεργη επιμονή να δείχνει ακόμα και στους φίλους του πως είναι ολότελα διαφορετικός απ’ ότι τον φαντάζεται κανένας.
Κάποτε, άρχισε να ’ρχεται μαζί μας κι η Σοφία. Η Σοφία ήταν ένα παράξενο κορίτσι, από κείνα τα κορίτσια που πρώτη φορά συναντάς στη ζωή σου. Σε κοίταζε μ’ ένα αλλόκοτο βλέμμα, μιλούσε δυνατά για την Επανάσταση, δεν ήξερε τι θα πει φόβος. Αυτή διάβαζε πολύ κι ακατάστατα με μια μανίαν αχόρταγη, στα χέρια της κράταγε πάντα δυο και τρία βιβλία.
Μας ξάφνιασε έτσι απότομα όπως ήρθε, κανείς μας δεν ένιωσε ακόμα ένα κορίτσι δίπλα του που να μη σου μιλά μόνο για τον έρωτα, μα να ξεχειλίζει από πόθο ζωής να λαχταρά ν’ αγκαλιάσει κάθετι και να γευτεί. Τώρα θυμάμαι πόσο ήτανε γεμάτη αντιφάσεις και ανικανοποίητη∙ πολλές φορές μας κορόιδευε, έλεγε πως δεν πίστευε πια σε τίποτα, δεν ήταν λόγος αυτός να χάνουμε τα νιάτα μας, γι’ αυτές τις αοριστίες, τα χρόνια περνούσανε και μεις θα τα κλαίγαμε μια μέρα∙ άλλοτε πάλι την έπιανε μια ανεξήγητη θέρμη και χανότανε ολάκερες μέρες κι ύστερα γύριζε σκονισμένη κι ατίθαση και μας έβριζε τεμπέληδες κι αλήτες που δεν σηκωνόμασταν και μεις για το βουνό, μόνο ξαπλώναμε στο χορτάρι στις απόμερες γωνιές του πάρκου και ξεγελιόμαστε πως κάτι κάνουμε και μεις.
Ήτανε φίλοι με τον Αργύρη χρόνια, γνωρίζονταν από μικρά παιδιά τότες που παίζανε μαζί στο Διοικητήριο. Του άρεζε να την αφήνει να μιλάει ώρα πολύ, αυτός που σπάνια μιλούσε και πάντα μετρημένα και τελειωτικά. Είχε την ηλικία μας μα ήτανε τόσο σοβαρός κι απλός που τον ξεχώριζες αμέσως. Δίπλα του ένιωθες ένα περίεργο αίσθημα ασφάλειας, το χέρι του δεν έτρεμα ποτέ, το μάτι του έπαιζε σίγουρο κι αποφασιστικό. Αυτός, ναι, ήτανε ένας πραγματικός επαναστάτης, είχε δίκιο η Σοφία που μας έβριζε αλήτες. Αυτός δεν ήξερε συμβιβασμούς και σούπα-μούπες, αναβολές και κούραση, τραβούσε ολόισα στο σκοπό του ατρόμητος και λεβέντης και δε λογάριαζε τίποτα. Συνηθίσαμε να λέμε : αυτό θα το ’κανε ο Αργύρης, για κάτι που στάθηκε δύσκολο να το πετύχουμε μεις, κι έμεινε και το λέμε κι ακόμα.
Όμως ποιος ο λόγος να κάθομαι τώρα δα και να διηγούμαι τούτες τις ιστορίες για τους φίλους : όλα αυτά, μπορεί να μην ενδιαφέρουνε πια κανέναν, είνε προσωπικές ιστορίες και στο κάτω-κάτω για τους άλλους δε λένε τίποτα σπουδαίο. Μα να, τώρα που πήρα τον κατήφορο, θα σταθώ μια στιγμή να δω τον «Γέρο» έτσι όπως έρχεται στενός και καμπούρης έτσι σα νάτανε τότες. Ερχότανε σπάνια και μας έβλεπε, καμιά Κυριακή. Διακρίναμε από μακριά την σταχτιά του ρεπούμπλικα που του παράχωνε τ’ αυτιά χειμώνα-καλοκαίρι, το λυγισμένο του βάδισμα, και χαιρόμασταν πούταν αυτός κ’ ερχόταν να μας δει.
Δεν μπορούσε να ’βρισκε καμιάν ευχαρίστηση στην παρέα μας, μας περνούσε είκοσι κι εικοσιπέντε χρόνια, ένας άντρα βασανισμένος με γκρίζα μαλλιά. « Αν ήμουν παντρεμένος θα ’χα παιδιά τώρα σαν και σας», έλεγε και ξανάλεγε έτσι στ’ αστεία και στα πεταχτά, μα ίσως στο βάθος με κάποιο πόνο κρυφό.
Τις μέρες που ’ρχότανε, δε μιλούσαμε καθόλου. Κρεμόμασταν απ’ τα λόγια του και τον ακούγαμε ώρες πολλές. Αυτός δα είχε χρόνια και χρόνια στο κίνημα. Ήξερε όλους τους παλιούς αγωνιστές, μοιραστήκανε το ίδιο ξεροκόμματο χρόνια και χρόνια μέσα στα μπουντρούμια. Μιλούσε με συγκίνηση για το 17, για το 22, το 33, το 36, δεν ξεχνιούνται αυτά τα πράγματα έτσι εύκολα. Γύρισε και τη Ρωσία κι όλη η νοσταλγία του ήτανε γι’ αυτήνα.
Τι όμορφα που έπεφτε το βράδι. Τα ξεχνούσες όλα εκείνη τη στιγμή, ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, γύρω πλανιότανε μια λεπτή μυρουδιά.
Ύστερα κάποιος κοίταζε νευρικά το ρολόγι του και τιναζόταν όρθιος. Σε δέκα λεφτά έπρεπε να όλοι να κλειστούμε στα σπίτια μας. Άρχιζε μια νύχτα σκοτεινή και πνιχτή, ένα ατέλειωτο προμήνυμα θανάτου.
Ύστερα θυμάσαι, το καλοκαίρι μίκραινε, μίκραινε∙ οι μέρες πνίγανε περισσότερο ένα σφιχτό δαχτυλίδι. Οι βουεροί δρόμοι αρχίσανε να ερημώνονται νωρίς απ’ το σούρπο. Μείναμε λίγοι, μαζευόμασταν σε μιαν απόμερη γωνία του πάρκου και το χορτάρι ήταν υγρό. Τα παιδάκια ερχότανε πάλι και παίζανε κι ο ήλιος τάβλεπε μια στιγμή και γελούσε κι ύστερα τον κατάπινε τα σύννεφα και λησμονιούνταν μέρες ολάκερες. Τα λουλούδια γέρνανε μαραμένα και περιμένανε μάταια ναρθούν τα κορίτσια τρυφερά να τα καρφιτσώσουν στο στήθος τους για μια στιγμή, κ’ ύστερα ας τα πετούσανε με αδιαφορία όπου τύχει, δίπλα στα παλιόχαρτα και στα σάπια αυγά. («Απαγορεύεται το πτύειν», «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά»).
Ο Αργύρης είχε φύγει πάει πολύ καιρός, ο Αργύρης σκοτώθηκε στις απάνω γειτονιές, όλοι το ξέραμε μα κανείς δεν μιλούσε. Λέγαμε τ’ όνομα του, τον θυμούμασταν, ψιθυρίζαμε πώς να τώρα δα πήραμε ειδήσεις του κι είναι καλά, κι όπου να ’ναι θα γυρίσει, κι όμως ο καθένας το ’ξερε πως ο Αργύρης δεν ήτανε πια να γυρίσει, πως ο Αργύρης σκοτώθηκε.
Έπειτα, ένα βράδυ, ο Γιώργης μας χαιρέτησε σιωπηλά, θα ’φευγε τα χαράματα για κει που το καλοκαίρι δεν έπεφτε πνιχτό και εξαντλημένο, εκεί που τα τραγούδια δεν πεθαίνουνε στα χείλια. Τον βλέπαμε πολύ λίγο τον τελευταίο καιρό, ήτανε πάντα αξούριστος κι αδύνατος, κοιμότανε εδώ και κει, πολλές φορές δεν είχε τίποτα να φάει, ένα αγρίμι κυνηγημένο.
Κανείς μας δεν μίλησε κείνο το βράδυ, καπνίσαμε τσιγάρα, κάτι μας πλάκωσε βαριά χωρίς έλεος, κάτι ψιθύριζε μέσα μας χωρίς απάντηση κ’ ικανοποίηση.
Μάθαμε και για το «Γέρο» πως τον πιάσανε ένα πρωί από το σπίτι του. Αυτόν δα το ξέρανε, και όποτε θέλανε τον είχανε στο χέρι. Πέρασε κι απ’ το στρατόπεδο, ύστερα τον φορτώσανε στο τραίνο. Αφήσανε την τελευταία μέρα τη Σοφία και πήγε και τον είδε από μακριά. Μας έστειλε κι ένα σημείωμα : «Εγώ ’μαι ράτσα γερή, μη φοβάστε∙ είναι όλα αυτά παιχνιδάκια καινούργια για μένα. Καλά που δεν είμαι παντρεμένος και δεν έχω παιδιά σαν και σας…» κι άλλα δυο-τρία λόγια έτσι σα στ’ αστεία και στα πεταχτά.
… Δε βαριέσαι. Μιαν ιστορία κι αυτή σαν όλες τις άλλες. Μια φούχτα σύντροφοι, που σκορπιστήκανε μια μέρα…τι σε νοιάζει. Η Επανάσταση προχωρούσε. Προχωρούσε κι άνοιγε το δρόμο ανάμεσα στα στενά σοκάκια που παραμόνευε ο θάνατος, στα απάτητα βουνά που τραγουδούσαν τα νιάτα, στα σκοτωμένα παλικάρια που λιώνανε στις χαράδρες, στους σκλάβους που σπάζανε τις πέτρες βουβοί και σκελετωμένοι. Αυτή πατούσε πάνω στον χωρισμό και γεννούσε καινούργιους συντρόφους … αυτή δεν είχε τον καιρό να φιλήσει εκείνους που φεύγανε… η Επανάσταση προχωρούσε, ε και συ τι κάθεσαι και λες ιστορίες παλιές χωρίς ενδιαφέρον, ιστορίες τόσο γελοία ασήμαντες, τόσο κοινές, δε βαριέσαι ! …        

Από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» 

23/7/12

Κράτα με, ή αν δεν μπορείς απλά να με θυμάσαι..

Κράτα με σφιχτά στην αγκαλιά σου. Ίσα ίσα για να νιώσω. Έχω ξεχάσει πώς.
Κάνε με να πιστέψω ξανά στα παραμύθια πρίγκιπά μου. Έχω πάψει πια.
Κάνε με να σε ερωτευτώ, ζέστανε την ψυχή μου, γιατί νιώθω παγωμένη, και έχω ξεχάσει τι θα πει πάθος και αγάπη.
Τα πάντα είναι μάταια; Απλά ένα παιχνίδι μεταξύ μας; Τότε γιατί νιώθω πως χάνουμε και οι δύο;
Να με θυμάσαι τουλάχιστον. Να θυμάσαι πως υπήρχε κάποτε μια πριγκίπισσα που σου είχε χαρίσει τα πάντα απλόχερα. Ολόκληρο το βασίλειό της. Ποτέ δεν ζήτησε τίποτα ως αντάλλαγμα. Μονάχα να τη θυμάσαι…
Και εσύ την ξέχασες…
Γιατί; Γιατί η αγάπη δεν ήταν αρκετή;

Here I am, holding on to childhood's dream Standing on the balcony Waiting for someone to come and rescue me 

21/7/12

Μια καλοκαιρινή, θαλασσινή καλημέρα!!

Η θάλασσα - Ντίνος Χριστιανόπουλος 
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα: 
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς. 
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους – 
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις, 
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα, 
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες. 
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια 
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι. 
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα 
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει. 
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα: 
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

20/7/12

Ο Σοπενχάουερ και η γάτα μου - Σκαρίμπας


Ο Σοπενχάουερ και η γάτα μου!

Έτυχε παλιός καλός μου φίλος, εν ενεργεία υπουργός της δικτατορίας, να (φιλοφροσύνης ένεκα) με επισκεφτεί στο σπίτι μου, και μετά τις ανοστίλες των πρώτων τσιριμόνιων με ρώτησε: «Πώς είδες, Γιάννη, την κατάργηση της Δημοκρατίας με τη Δικτατορία του Παπαδόπουλου;»
Του απάντησα: «Απλούστατα, δεν έβαλα τη γάτα μου να κλάψει!»
– «…Τη γάτα σου;», μου κάνει παιζόμενος "επί ξυρού ακμής" αν έπρεπε να παραξενευτεί ή να σωπάσει.
– «Ναι», ξαναλέω, «Το είπε αυτό και… ο Σοπενχάουερ!»
– «…Ο Σοπενχάουερ;!..» μου λέει, «Τι είπε;»
– Έχω ό,τι έχασα!
– Μαθές;
– Μαθές, αν χάσει κανείς το ωραίο του ρολόι, τότε το έχει καημό σ’ όλον το βίο του. Τότε θυμάται ότι δεν το ’χει… Ο παλιός εκείνος δάσκαλος που όταν τον έπιασε ψιλή βροχούλα κι έκαμε την κατηγορηματική κίνηση των δυο χεριών του στον αέρα ν’ ανοίξει την ομπρέλα του, τότε κατάλαβε ότι δεν την είχε αλλά την ξέχασε στο σπίτι του. Πριν δεν το ήξερε. Κανείς δεν λέει «Ωχ, έχω υγείαν!» Μόνο όταν τη χάσει (και το παράδειγμα της ομπρέλας είναι ένα χάσιμο), τότε μόνο καταλαβαίνει ότι την έχασε.
– «Αχ, τι ωραίο!», μου κάνει ο φίλος μου.
– «Και… αχ, τι αντίσκατο!», του λέω.
(Εδώ, μικρή σιωπή και των δυο μας).
– Τη Δημοκρατία που μου τσαμπούνησες ποτέ μας δεν την είδαμε οι Έλληνες. Δεν χάνει κανείς ό,τι δεν έχει. Και να…ο Σοπενχάουερ κι η γάτα μου!
Ο φίλος μου φάνηκε σκεφτόμενος βαθιά. Ύστερα, «Μπράβο!», μου κάνει, «μαίτρ (και στο σημείο τον διέκοψα: «μέτρις να λες!» -του λέω- «τώρα εξακολούθα!») …όταν μιλάς! Έτσι ήσουν και στον πόλεμο!...»
Φαίνεται ότι κάτι είχε ακούσει περί… ήρωες!
–«Ναι!», λέω, «Και ακόμη γενναιότερος!»
–Το ξέρω!
–Κι εγώ! Χρειάζεται πολλή γενναιότητα …να το βάνεις στα πόδια από τα "πεδία της τιμής", για να σώσεις τη ζωή σου! Έτσι μού ’ρθε εν …θεόμουρλο βόλι "μάουζερ"… στο σβέρκο μου! Κι έγινα… ήρωας! Αλλά κανείς δεν σκέφτηκε τι γύρευε αυτό το τραύμα μου κατάσβερκα; Κανείς! …Ήμουν μόνο ήρωας!
– «Χμ!...», έκανε ο κ. υπουργός.
– «Αλλά…» εξακολούθησα, «…αλίμονο στους λαούς που έχουν ανάγκη από ήρωες -θα βρουν τον μπελά τους! Θα τους καταπιούν με τα ρούχα τους, όπως ο πελαργός του μύθου τους βατράχους… Το δε γεγονός ότι στους πολέμους αλληλοσφάζονται άνθρωποι ολότελα αναμεταξύ τους άγνωστοι, δεν λέει ότι σκοτώνονται για ξένα συμφέροντα; Υπό την έννοια αυτήν τι άλλο μπορεί να είναι οι πόλεμοι, παρά πόλεμοι εμφύλιοι; Κατά τη διεθνή συμφωνία, οι αιχμάλωτοι πολέμου τυγχάνουν τον ίδιο τρόπο ζωής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας με των εχθρών τους. Στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο των χαρακωμάτων οι αντίπαλοι φαντάροι προσχωρούσαν οι μεν στους δε ή αντάλλαζαν μεταξύ τους φιλοφρονήσεις, τσιγάρα και κονσέρβες!... Τι άλλο μπορεί να λέει αυτό παρά ότι οι αλληλοσκοτωνόμενοι ήσαν ομολογητές κοινής τύχης, αδελφοί εν δυστυχία;
Ποια Δόξα και τιμή, αυτά τα πράσινα άλογα μάς τσαμπουνάνε και ποια Ζήτω; Μεγαλύτερη Δόξα και τιμή από τη Δόξα της ίδιας της ζωής μας υπάρχει άλλη; Ποιο Ζήτω μπορεί να είναι καλύτερο από τα Ζήτω μας στον Ήλιο και στην Πούλια, από των σταφυλιών τον τρύγο και
«της Κυριακής το ξύπνημα
με λιώνει, με τρελαίνει
– ν’ αλλάζουνε οι κοπελιές
κι ο Άγιος να σημαίνει!»

όπως στο αιώνιο Τσάντε του τραγουδάει ο σιορ-Διονύσιος – της πάνος:

Παιδιά! Ζήτω η ζωή – όξω οι Αμερικάνοι!

Χαλκίδα
15 του Νοέμβρη 1977

Αν ακούς...

Μόνο τα σημάδια του έρωτα αγκαλιάσαμε,  στην καρδιά μια βουτιά δεν αρκεί  Τ'άλλα είναι κοράλλια που ακόμα δεν τα φτάσαμε,  είναι η αγάπη απάτητη γη..