22/12/11

Άλλαξε, τι περιμένεις;

«Για να κερδίσω χρόνο έπρεπε να μάθω να μετανιώνω. Όσο είχα ακόμα χρόνο να επανορθώσω. Να αλλάξω. Να ξαναφτιάξω.»
ΔΙΑΛΕΞΑ ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ. ΕΝΤΟΝΟ. «ΠΟΣΟ ΚΑΝΕΙ;» ΤΗΝ ΡΩΤΗΣΑ. «Τόσο», μου απάντησε. Το πλήρωσα και έφυγα. Περπάτησα μέχρι την αίθουσα καπνιστών, διάλεξα ένα τραπέζι ανάμεσα σε μια κυρία που καθόταν με το σκυλί της και ένα ζευγάρι που μιλούσε χαμηλόφωνα. Κάθισα, παράγγειλα καφέ, κοίταξα για τελευταία φορά την οθόνη με τις αναχωρήσεις, βεβαιώθηκα πως είχα χρόνο για ένα τελευταίο τσιγάρο πριν την πτήση και άνοιξα το κουτί, βγάζοντας από μέσα το πράσινο καινούργιο μου ρολόι, και το φόρεσα.

ΠΟΤΕ ΠΡΙΝ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΦΟΡΕΣΑ ΡΟΛΟΙ. Με ενοχλούσε στον καρπό. Δεν έβρισκα και κανένα γουστόζικο να μου ταιριάζει, έτσι έλεγα.Τις ώρες όμως τις μετρούσα. Όπως και τον χρόνο. Τον μετρούσα. Αλλά δεν ήξερα αν είχα ποτέ καταφέρει να τον φορέσω. Δηλαδή να χωρέσω σ’ αυτόν. Μέχρι εκείνη τη μέρα που αποφάσισα να φύγω. Αγοράζοντας ένα πράσινο ρολόι για να κοιτάω μόνο την ώρα της πτήσης. Να προλάβω το αεροπλάνο. Να προλάβω. Να χωρέσω στο χρόνο μου.

«ΤΙ ΦΟΒΑΣΑΙ;» ΜΕ ΡΩΤΗΣΕ. «ΔΕΝ ΞΕΡΩ», ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΑ. «Μετανιώνεις;» με ρώτησε. «Μετανιώνω για πολλά», απάντησα. Εκείνη σιώπησε. Μάλλον περίμενε να μιλήσω περισσότερο. Μα δεν ήθελα. Δεν είχε σημασία. Σημασία είχε πως για πρώτη φορά συνειδητοποιούσα πως αν ήθελα να κερδίσω χρόνο, έπρεπε να μάθω να μετανιώνω. Όσο είχα ακόμα χρόνο να επανορθώσω. Να αλλάξω. Να ξαναφτιάξω. Να αποδεσμευτώ από το παρελθόν, αναιρώντας τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν πρόκειται να χωρέσω στο χρόνο, αν δεν μετανιώσω. Έτσι ένιωσα. Και το ‘νιωσα την στιγμή που αισθάνθηκα πως δεν θα προλάβω.

«ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΩ», ΤΗΣ ΕΙΠΑ. «ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΕΙΣ;» ΜΕ ΡΩΤΗΣΕ. «Δεν ξέρω», απάντησα. Και κείνη πάλι σιώπησε. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο του δωματίου. Ένα μεγάλο παλιό ρολόι με περίεργους δείκτες φτιαγμένους από υλικό που έμοιαζε βαρύ, όπως βαριές ήταν οι ώρες μέσα σε κείνο το δωμάτιο, που έπρεπε μια φορά την βδομάδα να αντιμετωπίζω τον εαυτό μου. Μέσα σε σαράντα λεπτά κάθε φορά. Τόσος ήταν ο χρόνος που μου έδινε. Για να λογαριάσω τι έκανα τον δικό μου χρόνο, στα χρόνια. Για να λογαριάσω γιατί οι μέρες που ξημέρωναν έμοιαζαν φορτίο και οι νύχτες με πονούσαν στην πλάτη ακόμα και την ώρα που κοιμόμουνα. Δεν ήξερα τι ήθελα να προλάβω. Δεν ήξερα να απαντήσω. Ένιωθα όμως πως ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος μου. Ήταν αντίπαλος μου. «Κι’ αν αύριο πέθαινες;» με ρώτησε, αφότου πριν μου είπε πως όπου να ‘ναι τελειώνει η ώρα μας. Δεν απάντησα. Μα ήταν τότε που κατάλαβα πως έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να φύγω, από κείνο το δωμάτιο και από όλα τα δωμάτια, στα οποία δεν είχα καταφέρει να χωρέσω.

ΓΥΡΙΣΑ ΠΙΣΩ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΗΝΑ. ΤΗΝ ΕΙΔΑ ΞΑΝΑ. ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ. Με το ρολόι στον τοίχο. «Τι φοβάσαι;» με ρώτησε. «Δεν φοβάμαι», απάντησα. «Απλά χρειάζομαι χρόνο να συνηθίσω». «Να συνηθίσεις τι;» με ρώτησε. «Το ότι δεν φοβάμαι», απάντησα. «Και τώρα;» με ρώτησε. «Τώρα τι;» απάντησα. «Δεν φοβάσαι πως δεν θα προλάβεις;» ρώτησε. «Να προλάβω τι;» απάντησα. «Το χρόνο» είπε. «Ο χρόνος ο δικός μου θα διαρκέσει όσο και εγώ…». Έτσι απάντησα. Και ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

ΤΩΡΑ ΣΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΡΟΛΟΙ ΚΟΙΤΑΩ ΠΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ. Το χρόνο μου θα τον μετρήσω όταν οι ώρες μοιάζουν οι ίδιες ξανά.

ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ
27.10.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

χμμ...