16/7/12

Όλα όπως τότε, όλα διαφορετικά...

Έκλεισα τα μάτια. Ένιωσα να με χαϊδεύεις γλυκά στα μαλλιά και να με αγκαλιάζεις. Το χέρι σου προχώρησε αργά στη μέση μου ενώ το φιλί σου, θερμό, γνώριμο και γλυκό, όπως πάντα προχώρησε στο λαιμό μου. Μείναμε αγκαλιά και οι δύο κρατώντας κλειστά τα μάτια μας. Το άρωμά σου τόσο οικείο γέμιζε τα πνευμόνια μου... ήταν όλα όπως πρώτα...όλα θύμιζαν την πρώτη εκείνη μας φορά που βρεθήκαμε τυχαία στον πολύβουο δρόμο μπροστά από το σπίτι σου. 
Αυτή τη φορά όμως κάτι είχε αλλάξει. Με άγγιζες με νοσταλγία, όμως ταυτόχρονα με φιλούσες με έναν τρόπο...με μια πίκρα στο στόμα... 
'Θα φύγω' μου είπες και με κοίταξες.
Γέλασα. 'Πού θα πας χωρίς εμένα;' σου είπα παιχνιδιάρικα. 
Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα δυο σου χείλη αλλά και αυτό με δυσκολία.
'Πουθενά...ήθελα απλά να δω τι θα πεις' μου απάντησες και κρύφτηκες πίσω από το εκθαμβωτικό σου χαμόγελο.
Τι αφελής που ήμουνα...


Μια φορά ξύπνησα περασμένα μεσάνυχτα και σε είδα να με κοιτάς μέσα στο έρεβος της νύχτας...
'Τι έγινε; Όλα καλά;' σε ρώτησα νυσταγμένα. 
'Ναι, όλα μια χαρά' μου αντιγύρισες καθησυχαστικά. 'Κοιμήσου τώρα, είναι αργά' μου είπες σφίγγοντάς με στην αγκαλιά σου και νανουρίζοντας με χαϊδεύοντας τα μαλλιά μου.
Έτσι, βυθίστηκα ξανά στα όνειρά μου.


Ξανά λοιπόν μετά από τόσο καιρό χώρια σου, έτυχε και σε είδα. Με το ίδιο χαμόγελο όπως πάντα. Όμως πίσω του διέκρινα αυτή την πίκρα. Γιατί βρισκόταν ακόμη εκεί; Ποτέ δεν την κατάλαβα.. Τι αφελής..
Πήγαμε σπίτι σου. Μου μαγείρεψες, όπως έκανες και τότε. 
Ξάφνου χτύπησε το τηλέφωνο. Μου είπες πως θα έφευγες για λίγο, έπρεπε να πας να πάρεις την τούρτα που είχες παραγγείλει ειδικά για εμένα. Σοκολάτα-φράουλα. Θυμώσουν ακόμη τι μου άρεσε...
Η πόρτα έκλεισε πίσω σου και εγώ έμεινα στην τραπεζαρία. Αυτή η αίσθηση του οικείου ήταν που με παρακίνησε να σηκωθώ και να αρχίσω να περιεργάζομαι τη βιβλιοθήκη σου. Είχε μεγαλώσει πολύ από την τελευταία φορά που την είχα δει. Όμως πάντα ταξινομημένη άψογα. Στο σαλόνι η ξένη λογοτεχνία, και μέσα στο γραφείο σου η ελληνική. 
Ήθελα να διαβάσω κάτι ελληνικό -εγώ, η λάτρης του ξένου. Ποια μυστήρια δύναμη με έλκυε στο γραφείο σου; Αχ αυτά τα σημάδια....
Άνοιξα την πόρτα και ψηλάφισα παραδομένη στη συνήθεια το διακόπτη για το φως. Όλα ήταν ίδια και απαράλλακτα, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα. Προχώρησα εξεταστικά στα ράφια της βιβλιοθήκης. Μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον ένα που δεν υπήρχε τότε. Και ήταν άδειο, εκτός από ένα κόκκινο τετράδιο που πρώτη φορά έβλεπα. 
Περίεργη, το άνοιξα εξεταστικά. 
...


Άκουσα την πόρτα να κλείνει. Είχες επιστρέψει και με καλούσες.
'Εδώ είμαι' είπα με σπασμένη φωνή. Δεν ξέρω αν με άκουσες, αλλά σώπασες με μιας. Άραγε να είχες καταλάβει τι είχα βρει;
Μπήκες αργά στο δωμάτιο. Σε ένιωθα. Άκουγα τα βήματά σου να πλησιάζουν. Δεν άντεχα όμως να γυρίσω να σε κοιτάξω. 
'Τι κάνεις εδώ;' μου είπες σπάζοντας τη σιωπή. 
'Πεθύμησα στα βιβλία σου. Ήθελα να βρω τα Γράμματα του Σεφέρη. Θυμόμουν πως εδώ είχες καθετί ελληνικό.' απάντησα σιγανά προσπαθώντας να κάνω πιο στέρεη τη φωνή μου. 
'Ναι, εδώ είναι, κάτσε να στα βρω...' είπες, όμως ήξερα πως είχες καταλάβει γιατί δεν σε κοιτούσα. Θυμόσουν πως δεν ήθελα ποτέ να κλαίω μπροστά σε άλλους, και τις ελάχιστες φορές που με είχες δει αναπάντεχα να δακρύζω, πάντα όταν καταλάβαινα πως με κοιτούσες, έστριβα το κεφάλι και άλλαζα βλέμμα μέχρι να καταφέρω να καταπνίξω τους λυγμούς μου. 


'Σε περιμένω έξω' σου είπα και βγήκα στο μπαλκόνι. 'Φέρε μαζί με το βιβλίο και ένα κομμάτι τούρτα. Τόσο κόπο έκανες, κρίμα να μην τη φάμε.' 
Η νύχτα ήταν τόσο γαλήνια. 


Μετά από αυτό, φάγαμε, γελάσαμε και όταν ήρθε η ώρα να φύγω με αγκάλιασες και μου ψιθύρισες 'να προσέχεις'.
Σου χαμογέλασα και έφυγα γρήγορα πριν λυγίσω μπροστά σου.


Στο γραφείο σου, βρήκα ένα βιβλίο γραμμένο από εσένα. Ανέκδοτο όμως. Απ'έξω έγραφε 'Ο ιδανικός μου έρωτας, ο ανεκπλήρωτός μου' . Στην αφιέρωση είχε το όνομά μου. Πρόλαβα να διαβάσω λίγο, και κατάλαβα πως ήταν η ιστορία μας...
Και η τελευταία σελίδα τελείωνε έτσι...
'Εκείνη. Τον κοιτούσε μέσα στα κατάμαυρα μάτια του και αναρωτιόταν τι ήθελε να της πει.
Εκείνος. Την κοιτούσε μέσα στην ψυχή της. Ήξερε πως δεν θα καταλάβαινε πότε της όλα όσα ένιωθε.'
ΤΕΛΟΣ

Τι αφελής που ήμουνα όλα αυτά τα χρόνια...

2 σχόλια:

  1. Αχ πολύ με συγκλινησες Χριστινάκι μου...
    Γιατί οι μεγάλοι έρωτες να τελειώνουν έτι άδοξα;...

    Φιλάκια δροσερά:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έλα ντε Σερενάτα μου!
      Με την απορία μάλλον θα μείνουμε! :Ρ
      Φιλιά και από εμένα! :)

      Διαγραφή

χμμ...