19/7/12

Η προαίσθηση - Δημοσθένης Βουτυράς

Η βροχή μας είχε κλείσει σ΄ ένα μαγαζάκι. Ώρες μέναμε κει και μιλούσαμε. Είχαμε πει πολλά και πολλά, κι έπειτα χωρίς να μιλούμε κοιτάζαμε τη βροχή, που λεπτή, μονότονη έπεφτε και σα να τσιμπούσε τ΄ απλωμένα νερά.


Και δεν ήταν κανείς άλλος στο μαγαζάκι, από μας. Ο μάγερας μαγέρευε και πίσω του, στον τοίχο άπειρες μύγες είχαν καθήσει. Νόμιζες πως ήταν κεντημένος, ή νάχαν απλώσει κάποιο βέλο με βουλίτσες μαύρες.


Η σιωπή μας δεν κράτησε πολύ. Ο Σαμούλης μίλησε:


— Είπαμε πριν, είπε, για όνειρα, για τα σκυλιά, που ουρλιάζουν, όταν πρόκειται να πέσει κάποιο κακό στο σπίτι, που μένουν. Και πολλές φορές και για γειτονικά, ή συγγενικά. Αλλ΄ εγώ θα σας πω τώρα, και πως ζώα άγρια, πουλιά, όρνεα, κλαίνε, θρηνούν όταν είναι να πέσει στον τόπο που ζουν από χρόνια, στην πατρίδα τους, κάποια συμφορά μεγάλη!...


Ήτανε Σεπτέμβριος του 16. Ένα βράδυ κλεισμένος στο δωμάτιό μου έγραφα. Η ώρα ήταν περασμένη. Είχα βαλθεί να τελειώσω κι ας μ΄ έβρισκε και το ξημέρωμα.


Είχα, λοιπόν, βυθιστεί στο γράψιμο, ή σε κείνο που έγραφα, όταν ξαφνικά μέσ΄ στην ησυχία της νύχτας, ακούω μια φωνή, ένα κλάμα έξω, κομμένο σαν κλάμα γυναίκας, γριάς. Προπάντων γριάς, αυτή την εντύπωση μούκανε.


Ακροάστηκα καλά. Ναι, ναι, ήταν ένα κλάμα κομμένο ή που κοβόταν, γεμάτο πόνο, ένα παράξενο όμως, κλάμα κι απαίσιο μαζί!

— Μα τ΄ είναι αυτό! είπα. 


Το κλάμα ξακολουθούσε μες στην ησυχία της νύχτας.


Με φρίκη πέταξα την πέννα, και αρπάζοντας ένα μπαστούνι χοντρό, χωρίς να ξέρω γιατί, βγήκα στην αυλή.


Μα ήτανε σα να θρηνούσε κάποια γριά στρίγγλα καθισμένη κάπου κει κοντά...


Η σελήνη φώτιζε δυνατά κυκλωμένη από σύννεφα. Και μες στο σπίτι ησυχία, στ΄ άλλα δωμάτια. Κανείς δε φαινότανε νάχε ακούσει τίποτα.


Το κλάμα πιο δυνατό ακουγόταν. Και όπως σας είπα, ήτανε σαν εκεί κοντά, σε κάποια μεριά, να καθόταν γριά μάγισσα, κακιά γριά και μάντισα κακώννάκλαιγε, ν’ άφηνε φωνή πόνου μεγάλου.


Όρμησα έξω, στο δρόμο. Αλλά μόλις επρόβαλα απ΄ τη σκιά του σπιτιού και φωτίστηκα απ΄ το φως της σελήνης, μια φωνή αλλιώτικη, φόβου άγρια, ακούστηκε να βγαίνει από κει κοντά.


Ύψωσα το ξύλο. Τίποτα δεν είδα.


— Μα τι είναι αυτό! είπα. Μην είναι νυχτοπούλι, κουκουβάγια;


Προσπάθησα να δω στα κεραμίδια των αντικρινών σπιτιών, ενός μάλιστα, χαμηλού πολύ, που ήταν και σε κατηγοριά και όπου μου φάνηκε πως βγήκε η φωνή.


Τίποτα, τίποτα. Το φως της σελήνης φώτιζε καλά τα κεραμίδια.


Και η φωνή είχε πάψει.


Ένα σκυλί ερχότανε γρήγορα, μαύρο, γνωστό μου, με τη μύτη κάτω και την ουρά μαζεμένη. Και μπήκε μέσα στο αντικρινό σπίτι από μια τρύπα.


Έκανα να μπω μέσα, όταν ακούω φωνές πολλές, όμοιες με κείνη, από παντού, απ΄ το λόφο του Φιλοπάππου, απ΄ τους αντικρινούς λόφους, απ΄ τα χωράφια, από παντού, όλες να κλαίνε, να θρηνούν!


— Μα τι σημαίνει αυτό; ρώτησα τον εαυτό μου.


Αισθανόμουν ότι κάτι κακό σήμαινε.


Την άλλη μέρα το διηγήθηκα αυτό σε ένα γέρο γνωστό μου, ένα γέρο δάσκαλο.


Τ’ άκουσε με προσοχή και μούπε έπειτα:


— Μην είναι η γλαύκα των Αθηνών, και αυτή θάναι, κι έκλαιγε για κάποιο κακό μεγάλο, μεγάλα κακά, που θα πέσουν στην Αθήνα και στην Ελλάδα;.-

Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 86-88.
(1879-1958)

4 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. να'σαι καλά! έχει πολύ όμορφα διηγήματα ο συγκεκριμένος!
      εάν πέσει ποτέ κανένα βιβλίο του στα χέρια σου, ξεφύλλισέ το ανενδοίαστα!
      :)

      Διαγραφή
  2. από τις καλύτερες αναρτήσεις που έχεις κάνει ποτέ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. λατρεμένη! ένα κύμα συγκίνησης με διακατέχει τώρα!
      (checkαρε το mail σου!)

      Διαγραφή

χμμ...